Sunday, April 29, 2007

La La La

Οδηγίες: Πρώτα διαλέγεις ένα από τα χρωματιστά κομμάτια του μεσαίου τροχού. Πίσω από κάθε χρώμα βρίσκεται ένας ήχος. Ύστερα τοποθετείς το κομμάτι σε κάποιο από τα άδεια κελιά των υπόλοιπων τροχών και επαναλαμβάνεις τη διαδικασία δοκιμάζοντας τις διαφορετικές δυνατότητες που σου δίνει ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ. Στο τέλος, απολαμβάνεις την ηχητική μεταμόρφωση των χρωμάτων και αναρωτιέσαι γιατί έχει ξαφνικά αλλάξει το φως.

Πρόκειται για δημιούργημα του Paul Farrington ή Tonne, ο οποίος εξειδικεύεται στη συγχώνευση πηγών οπτικού και ακουστικού υλικού για τη δημιουργία sound-toys και άλλων αξιοπερίεργων. Συνοδεύει επίσης ως τρίτο μέρος (Lata sound-toy) το cd Lana (+ Lara dvd ) του Simon Fisher Turner, το οποίο κυκλοφόρησε το 2005 (μα πού είχα τον νου μου τότε;). Σε αποσπάσματα και ήχους που έχει συλλέξει ή επεξεργαστεί ο SFT βασίζεται η πολύ ενδιαφέρουσα ηχητική γκάμα του παιχνιδιού.

O SFT περιγράφει τη μουσική που συνέθεσε και από την οποία αντλήθηκαν οι ήχοι του Lata ως «φαντασματική», λόγω των αλλεπάλληλων στρωμάτων επεξεργασίας και των θολωμένων προελεύσεών τους. Πράγματι, όχι μόνο μπορείς να απολαύσεις την αλλόκοτη μουσική του cd, αλλά κάθε τόσο μπορείς με το sound-toy να συνθέσεις μια χρωματική σειρά και να παρακολουθήσεις καλοσυνάτα φαντάσματα να αρχίσουν να μπαίνουν ένα-ένα από το παράθυρο. Αν υποθέσουμε ότι θες να τα καλέσεις, δηλαδή.

Wednesday, April 18, 2007

Aliens in our midst

Οι θεματικές (υπάρχουν κι άλλες;) επιλογές/συλλογές τραγουδιών έχουν συνήθως φετιχιστική ή και διευκρινιστική λειτουργία. Κατά κανόνα επαναλαμβάνουν με πιο εκφραστικό τρόπο λόγια, ιστορίες και ιδέες που έχουν ήδη διατυπωθεί και ίσως δεν τους έχει δοθεί αρκετή σημασία. Μπορεί και όχι. Στις επιλογές όπου τα τραγούδια δρουν σαν παράγραφοι ενός δοκιμίου, τα πράγματα είναι κάπως πιο απαιτητικά. Περιμένεις διεξοδική ανάπτυξη του θέματος και ενδεχομένως αντιμετωπίζεις τα τραγούδια ως εξαντλητικά επιχειρήματα ή, πάλι, ως ακριβή στιγμιότυπα μιας ιστορίας.
















Τη συλλογή From the Closet to the Charts : Queer Noises 1961-1978 την επιμελήθηκε ο μουσικοκριτικός Jon Savage, γνωστός για την σημαντικότερη ιστορική μονογραφία με θέμα το βρετανικό πανκ, England’s Dreaming. Η συλλογή κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2006 και, παρά την αρχειακή σπουδαιότητά της, κατηγορήθηκε από αρκετούς για την έλλειψη (με μία μόνη εξαίρεση) γυναικείων συνεισφορών στη χρονολογική ιστορία του queer song, την οποία και επιχειρεί να καταγράψει. Είναι εμφανής και άδικη η έλλειψη αυτή.

Όταν ανοίγεις το cd, σε υποδέχονται εικόνες ημίγυμνων μοντέλων, από αυτές που κυκλοφορούσαν στα «αθλητικά» περιοδικά της δεκαετίας του ’60. Αριθμοί (σε ίντσες) για τις διαστάσεις των σωμάτων και ελάχιστες φωτογραφικές στάσεις αισθητικής «sad young men». Υπάρχει συνοδευτικό φυλλάδιο με την ιστορία και τη σημασία καθενός τραγουδιού, καθώς και φωτογραφίες άγνωστων ως επί το πλείστον καλλιτεχνών. Υπάρχει επίσης η πιο σέξι φωτογραφία του Ray Davies που γνωρίζω.

Η συλλογή ξεκινά πράγματι από τη δεκαετία του ’60, με μια σειρά τραγουδιών που συνδυάζουν τον εξωφρενισμό ενός ντραγκ σόου σε κλαμπ του Σαν Φρανσίσκο, τη leather επιθετικότητα και την αγαπημένη ακροβασία του Ray. Πραγματικές εκπλήξεις, η παρουσία ενός υπέροχου, αναπάντεχου b-side των Tornados (του γκρουπ του Joe Meek) και η παρεμβολή μιας ξετρελαμένης παρωδίας με τον ανεκδιήγητο τίτλο Kay, why?.

Καθώς αρχίζει η δεκαετία του ’70, γίνονται πιο ρητές οι gay αναφορές και τα πράγματα οδεύουν σταδιακά προς το απροχώρητο. Η γλυκύτητα της απελευθερωτικής μπαλάντας και η τολμηρή σόουλ υποχωρούν κάτω από τις εξοργισμένες κιθάρες των Ramones (!!!) και, πολύ περισσότερο, το φρικαρισμένο psych-punk των Twinkeyz και δύο ακόμη άγνωστων συγκροτημάτων της οριακής περιόδου: Dead Fingers Talk, Black Randy and the Metro Squad.

Παρά την ασυγχώρητη αβλεψία της, η μαγεία της συλλογής είναι ότι αναμειγνύει σε ένα συναρπαστικό κράμα κάθε πιθανή χροιά του (ανδρικού) gay φάσματος, προσπαθώντας ίσως να μείνει πιστή στην περιεκτικότητα της έννοιας queer του τίτλου, η οποία ήλθε τα τελευταία χρόνια να καλύψει και τις πιο περιφερειακές ομάδες. Οι διαθέσεις και τα συναισθήματα ξαφνικά φωτίζονται ή σκοτεινιάζουν, εναρμονιζόμενα με κάθε συγκίνηση αυτής της πορείας.

Η εκστατική έκρηξη έρχεται στο 24. τραγούδι του δίσκου. Είναι 1978. Καθώς το πανκ ωρύεται σε ερειπωμένες, βρόμικες γειτονιές, λιγοστά κλαμπ σε παράδρομους των μεγάλων πόλεων πάλλονται από κάτι καινούργιο και εξίσου θυμωμένο. Τους σκοτεινούς χώρους σχίζουν οι ακτίνες των mirror balls, τα αγόρια φορούν αστραφτερά πουκάμισα και χορεύουν σαν κορίτσια, η φωνή του Sylvester αναγγέλλει, ωρυόμενη και αυτή, μια νέα εποχή: you make me feel: mighty real.

Thursday, April 12, 2007

Ηλεκτρικό χέλι σε μια λίμνη με χρυσόψαρα

















Τα χόμπι μου είναι η ανάγνωση, η ακρόαση μουσικής και η σιωπή.
















Όταν σκεφτόμαστε τη βαναυσότητα, οφείλουμε να θυμόμαστε την ανοησία, τον φθόνο, την απογοήτευση, από όπου αυτή προήλθε.

Edith Louisa Sitwell (1887-1964)

Tuesday, April 10, 2007

Λάικ Κρίστμας






















Εορταστικό τριήμερο μέσα σε λήθαργο πυρετού, από τον οποίο ξυπνούσα κάθε μία ώρα, για λίγα λεπτά, για να πιω τσάι, να ξεφυλλίσω σελίδες και εικόνες που έχω χρόνια αποστηθίσει, να ακούσω για πολλοστή φορά το Illinoise του Sufjan Stevens και να σκεφτώ πως ήδη μυρίζω την αλμύρα και πως η μουσική αυτή με κάνει να βυθίζομαι σε μια θάλασσα γαλάζια (OK, γκρίζα ή κάπως καστανή...) όσο τα μάτια του πρόσφατου αυτού αγαπημένου μου.

Υ.Γ.: Το παιδάκι της διπλανής πόρτας μου δάνεισε επίσης το αριστουργηματικό dvd Οι κότες το 'σκασαν ! Αιφνίδια βροχή θαλπωρής.

Thursday, April 05, 2007


















(Ναύπακτος, Μεγάλη Τετάρτη, Μετά τη βροχή στο λιμάνι)

Sunday, April 01, 2007

I collected your memories, too


















Μεσάνυχτα, ενώ έμπαινε η 1η Απριλίου, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως, αν και φοβάμαι ενίοτε πως δεν κατέχω τίποτε πλήρως και απολύτως, γνωρίζω ωστόσο ακόμη και τις ανάσες αυτού του τραγουδιού:

Poor Mr Sad
He`s flown away
In search of his heaven now
Heaven knows why
And Mr Sad
Left me a note to say
If he finds his heaven now
He won`t have time to cry

So I`m gonna fly, fly, fly away
On my wings I made
Out of sorrows I threw away, away
Maybe, I`ll be back one day
Who knows

Poor Mr Sad
He lives for dreams
He`s out of his mind it seems
With schemes that gleam
Too bright for me
But what the hell
I`ve nothing to lose
I built my wings today
So I say
Please wait for me
Because I`m gonna fly

So I`m gonna fly, fly, fly away
On my wings I made
Out of sorrows I threw away, away
Maybe, I`ll be back one day
Who knows

Poor Mr Sad
Gliding in the sky
You flew to your heaven now
Now I know why
I flew in search
Of years I left behind
But something
That`s in your mind
Is something nobody can take away
It`s yours forever

Saturday, March 31, 2007

Gregory Crewdson























































Είναι η στατική μελαγχολία της ύπαρξης (απ’ ό,τι λέγεται) στα αμερικανικά προάστια ή (μου φαίνεται) στην απανταχού επαρχία. Είναι νωρίς το πρωί· η πραγματικότητα δεν υπάρχει· ένα σώμα περιφέρεται σε αναζήτηση μιας αγάπης από το εξώτερο διάστημα· σπανίως μια αχτίδα· ρευστές σκέψεις τσακισμένες από την αδράνεια –Θέλησα να γράψω κάτι για τις εντυπώσεις μου από τον G.C., αλλά τίποτε άλλο δεν μπορεί να έχει νόημα απόψε. Σε λίγη ώρα παίζει ο Μαρκ. Please, see.

Friday, March 23, 2007
















Απόψε, το διαλυμένο αυτό δωμάτιο κοιμάται
Κάτω από το φως των αστεριών που έχει υποταχθεί σε εσένα.

(Carson McCullers,"Stone is not stone")

Wednesday, March 21, 2007

Billy


















Μέσα στη βροχή μπήκα σε ένα ταξί αρχικά σιωπηλό. Ο οδηγός, κατάλαβα στη συνέχεια, είχε μόλις έναν χρόνο στην Ελλάδα, συνομήλικός μου, πρώην παντρεμένος, τζάνκι και κάτοικος Νέας Υόρκης. Σε μια στιγμή έβαλε το cd One Second των Yello και αφεθήκαμε μαζί στη βροχή της Κηφισίας, που τώρα είχε γίνει λαμπερή. Μιλήσαμε για τη δεκαετία του ’80 στις δύο χώρες και μέσα μας, απευθυνόμενοι παραδόξως ο ένας στον άλλο πληθυντικά. Δεν ξέρω αν αυτές τις στιγμές μπορεί κανείς να τις ζήσει σε άλλο μέρος του κόσμου. Όταν ακούστηκε η φωνή του (φιλοξενούμενου στον δίσκο) Billy MacKenzie, σταμάτησα απλώς τη συζήτηση και αναγκαστικά βάλθηκα να κοιτάζω τον κόσμο έξω από το παράθυρο.

Πριν από μερικά χρόνια επανακυκλοφόρησαν τα άπαντα των Associates και πέρασα μια περίοδο κατανυκτικής ακρόασης της φωνής που νομίζω αφηγείται όλη την κοσμοαντίληψή μου (μαζί με τον Marc). Πρόκειται για έναν συνδυασμό ζοφερής ποπ και παρανοϊκής ηδυπάθειας. Ακόμη και σήμερα σε ξενίζουν αρχικά με τις παράδοξες ενορχηστρώσεις (και ίσως έτσι πρέπει), μα γρήγορα σε αγκαλιάζουν με έναν μοναδικό τρόπο αγάπης.

Η φωνή του Billy είναι αστραφτερή, φτάνοντας περιστασιακά σε οπερατικά ύψη (φημολογείται ότι χρησιμοποιούσε ήλιον για να εντείνει την οξύτητά της). Απέδιδε σπαρακτικά τραγούδια με μιαν αλαζονεία, την οποία, δεκατριών χρονών τότε, αδυνατούσα να τοποθετήσω ανάμεσα σε οτιδήποτε άλλο γνώριζα. Ήταν, ασφαλώς, η αρχή τότε, αλλά 25 χρόνια μετά, η ίδια αδυναμία, κι επίσης η ίδια νοσταλγική αίσθηση, εξακολουθούν να είναι τα κύρια συναισθήματα που μου εμπνέει. Νοσταλγώ κάτι το οποίο δεν θα γνωρίσω ίσως ποτέ.

Το 1982, αν και δεν είχα πικ-άπ, αγόρασα το Sulk και το άκουγα στο σπίτι μιας φίλης μου, με την οποία παίζαμε επαναληπτικά το «Party fears two», μη γνωρίζοντας καν πώς θα μπορούσαμε να το χορέψουμε. Και η φωνή κάθε τόσο παρενέβαινε και δημιουργούσε μέσα μου ένα κύμα μιας άλλης διάστασης ζωής, στην οποία μόνον φευγαλέες ματιές μπόρεσα να έχω μέχρι σήμερα. Τα χρώματά της γίνονταν φωτοσκιάσεις ενός κόσμου, παράλληλου οπωσδήποτε και φανταστικού, αλλά βασανιστικά αναγκαίου. Μία μόνη φορά συνάντησα έναν άλλο πιστό φίλο των Associates, η επαφή με τον οποίο ήταν σαν τη μουσική τους (ζοφερή ποπ) και είχε πάνω μου τον ίδιο αντίκτυπο (παρανοϊκή ηδυπάθεια). Σαν τη λογική των Associates, οι συγκεκριμένες επαφές μπορούν να είναι μόνο ιδανικές και συγχρόνως καταστροφικές.

Έξω φυσάει. Σκέφτομαι ότι η βασανιστική αυτή νοσταλγία είναι πράγματι η επιθυμία της επιστροφής σε μιαν αφετηρία. Ίδια το 1982 (ας πούμε), ίδια σήμερα. Δεν ξέρω αν όλοι έχουν έμφυτη τη συγκεκριμένη αίσθηση, αλλά συνεχίζω να μην καταλαβαίνω πώς και γιατί κάποια τραγούδια, κάποιες εικόνες, κάποια βλέμματα, κάποιες λέξεις, κάποιες κλίσεις του φωτός μού δημιουργούν στιγμές αυτής της ονειρώδους επιστροφής σε μια πληρότητα που δεν μπορώ να αγγίξω ακόμη.

www.billymackenzie.com
kites

Wednesday, March 07, 2007




















(Frank Bauer, Kaffe Matthews)

Ένας γνωστός μου μού αφηγήθηκε την εξής ονειρική σκηνή:

«Μέσα στο όνειρο, ξυπνάω και νιώθω ένα αιχμηρό βάρος στο στήθος. Από πάνω μου αιωρείται το τεράστιο βέλος ενός λευκού κέρσορα. Νιώθω την αιχμή του βέλους να πιέζει δυνατά τον θώρακά μου. Το σώμα μου γίνεται μπλε προς στιγμήν. Ο κέρσορας οπισθοχωρεί για λίγο, μα ύστερα, ορμητικός, με δύο δυνατές κινήσεις που με τραντάζουν, εισχωρεί βαθιά μες στο στήθος μου.
Έχω μεταμορφωθεί σε μιαν άγραφη σελίδα και περιμένω».

Είναι μεσάνυχτα, είμαι στο μπαλκόνι. Η εικόνα δεν φεύγει από το μυαλό μου.

Sunday, February 25, 2007

Shine!
















…Επειδή δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ.

Έκλεισα όλα τα έγγραφα στην οθόνη και κοιτάζω μια φωτογραφία των Flaming Stars. Προχθές το βράδυ (23/2/07). Νόμισα ότι ξαφνικά ήταν πάλι 1988. Γύρω, το οικείο κοινό του άγνωστου πια Nick Cave. Τα μέλη του συγκροτήματος βγήκαν στη σκηνή με μαύρα κοστούμια, αδύνατα πόδια με ροκαμπίλι παπούτσια, μάτια που ζητούσαν (κι άλλο) αλκοόλ.

«Εδώ, εδώ».

Αρχίσαμε να χορεύουμε και, πριν περάσει πολλή ώρα, είχαμε μπει σε κυκλική τροχιά στο εξώτερο διάστημα πάνω από την οδό Λιοσίων. Παίζουν το "You don't always want what you get" και συνειδητοποιώ πόσο μακρινή είναι η εποχή αυτού του υπέροχα φωτεινού νουάρ. Και πόσο αναγκαία η αίσθησή της. Ας μη σκεφτώ όμως τίποτε άλλο: μόνο ότι ένιωσα να ξαναβρίσκω ένα κομμάτι εαυτού, το οποίο έλαμψε μες στο σκοτάδι του Gagarin αναίτια και δυνατά.

Σε μιαν αναπάντεχη στιγμή, πριν καν ολοκληρώσουν το δικό τους κομμάτι, περνούν χωρίς πολλά-πολλά σε ένα αγαπημένο τραγούδι των Magazine. Το φως ξεχύνεται από μέσα μου.

Βγήκαμε έξω παραπατώντας από χαρά. Εδώ και τρεις μέρες, ψελλίζω αναίτια και αδιάκοπα:

The light pours out of me
The light pours out of me
The light…
Pours…
Out…
Of me…

Friday, February 23, 2007

Mark Ryden






















(Little Boy Blue)























(Clear Hearts, Grey Flowers)

www.markryden.com

Wednesday, February 21, 2007

The Colour Supplement
















Πριν από μερικές ημέρες, ο Κ μού έστειλε ένα video από μια εμφάνιση της Ρετζάινα Φονγκ στο λονδρέζικο κλαμπ The Black Cap, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Δεν την ήξερα. Διάβασα όμως αυτές τις μέρες τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα: ως μία από τις τελευταίες απογόνους της οικογένειας Romanoff, την εποχή της ρωσικής επανάστασης (1917) η Regina εγκατέλειψε κακήν κακώς την Αγία Πετρούπολη (έχοντας προλάβει να αρπάξει τρία αυγά Fabergé από το παλάτι…), για να καταφύγει στην Απαγορευμένη Πόλη της Κίνας. Εκεί, το εξαιρετικό ταλέντο της στην ανθοδετική οδήγησε την αυτοκράτειρα να της απαγορεύσει την έξοδο από τη χώρα. Για να εξασφαλίσει τη διαφυγή της, η Ρετζάινα παντρεύτηκε ένα μέλος της αυτοκρατορικής αυλής, το οποίο και της χάρισε παντοτινά το επώνυμο Φονγκ! Με τη βοήθεια των εξαδέλφων της, Γουίνδσορ, εγκαταστάθηκε στη Βρετανία, όπου και έλαμψε ως Her Imperial Highness The Grand Duchess Regina Fong σε βαθυκόκκινες νυχτερινές εμφανίσεις επί 30 και πλέον χρόνια.

Το βίντεο, το βίντεο. Το άνοιξα πρωινές ώρες και ίσως για αυτό η πρώτη εντύπωση παραμένει διαρκώς τόσο καθαρή. Η Ρετζάινα είναι στη σκηνή και ερμηνεύει το Tell me what he said της Helen Shapiro. Το κοινό της μοιάζει να βρίσκεται σε αυτοσαρκαστική αν και σαφώς θρησκευτική έκσταση: όλοι ακολουθούν τις κινήσεις της σε κάθε λεπτομέρεια και, κάθε τόσο, ακουμπούν προστατευτικά ο ένας στην πλάτη του άλλου. Οι εικόνες είναι θολές, κακογυρισμένες, σχεδόν ασπρόμαυρες. Το τραγούδι θυμίζει την επιστροφή σε μιαν αληθινή αγάπη: μια σκηνή τρυφερότητας, η οποία, ύστερα από τουλάχιστον 25 επαναλήψεις, εξακολουθεί να με γεμίζει με τη συγκίνηση μιας ευτυχισμένης νύχτας σε έναν ιδεώδη κόσμο.


Υ.Γ.: Υπό την επήρεια του τραγουδιού, δύο γνωστοί μου ακολούθησαν τα μαγικά βήματα μέσα σε ένα κατάμεστο Pop και τουλάχιστον ο ένας ομολόγησε πως βρέθηκε για λίγο στην κορυφή του κόσμου.

Saturday, February 17, 2007























αυτό το βράδυ, κοιτάζω τα φώτα έξω και μου λείπουν: η p. j. / μια υπολογίσιμα περιεκτικότερη συσκευασία τάνκερεϊ / η ambulance / η τόλμη να τηλεφωνήσω εκεί που δεν πρέπει / η νέα ταινία του d. lynch / η δυνατότητα να πάρω το πρώτο αεροπλάνο για τo ρέικιαβικ / η ηλεκτρική κιθάρα που βουίζει στο μυαλό μου, στα χέρια μου / η αίσθηση της οικογένειάς μου / η απάντηση στο ερώτημα: is this desire? / η μαγική δύναμη / νομίζω, αυτά.

Friday, February 16, 2007

15 τίτλοι τραγουδιών (αχαρακτήριστων και αναξιόπιστων)



















1. Múm – Don't be afraid, you have just got your eyes closed
2. Papa M – I am not lonely with cricket
3. Blectum from Blechdom – Fancy torture chamber
4. Dakota Suite – Your vigour for life appals me, pt. 1
5. Kevin Drumm – Hitting the pavement
6. Antony and the Johnsons – Hitler in my heart
7. Coil – Red birds will fly out of the East and destroy Paris in one night
8. The 3d Eye Foundation – A galaxy of scars
9. Explosions in the Sky – First breath after coma
10. Sufjan Stevens – They Are Night Zombies!! They Are Neighbors!! They Have Come Back From The Dead!! Ahhhh!
11. The Fiery Furnaces – Darling black-hearted boy
12. Deep Freeze Mice - The chocolate bar from hell
13. Yellow Swans and Birchville Cat Motel - Terminal saints
14. The Future Sound of London – Everyone in the world is doing something without me
15. Momus – Jesus in furs

Tuesday, February 13, 2007

Contourism















(Katharina Fritsch, Tischgesellschaft, 1988)

Στο σκοτάδι,
εξιδανικεύεις
τα περιγράμματα

Tuesday, February 06, 2007

Psyberia

Έχω μια φίλη που εξηγεί πράγματα όπως «οι intricacies του μοντερνισμού», και την οποία παρακολουθώ αρκετά, ώστε να ανοίγουμε συζητήσεις στις οποίες αναγνωρίζουμε και αναλύουμε τον εαυτό μας στη δεδομένη εξελικτική φάση.

Έχω επίσης έναν φίλο τον οποίο πρόσφατα προσπάθησα να πείσω για την ανάγκη να εντρυφήσει στους Autechre, γιατί, εδώ και χρόνια, απλώς δεν μπορώ να φανταστώ κάτι πιο μοντέρνο, με την έννοια, ασφαλώς, του «intricately modern», δηλαδή του απολύτως πρωτοφανούς ή ασυνήθιστου.

Έχω τέλος μια ορισμένη αγωνία σχετικά με το κατά πόσον συμβαδίζω με τις τελευταίες εξελίξεις και αν αυτές είναι αρκετά ασυνήθιστες ή πρωτοφανείς, όσο θα έπρεπε δηλαδή, για να είναι αρκετά περιπετειώδεις ή, εντέλει, περίπλοκα μοντέρνες. Μερικές φορές με αφήνει, άλλες φορές είναι έντονη.

Απόψε, έχω γυρίσει στην Αθήνα από την επαρχιακή πόλη στην οποία ανήκω, εκεί όπου η ανάγκη του μοντερνισμού παραμένει, ανέκαθεν, ένα κάπως ευσεβές όνειρο, μια ανάγκη διαφυγής από την ανία του δεδομένου.

Οι Autechre ξεκίνησαν από απλές ωκεάνιες τοπιογραφίες και σταδιακά έφτασαν, και συνεχίζουν, στην εξερεύνηση του εξωγήινου ήχου. Η μουσική τους οδηγείται σε αλγοριθμικούς (αλγο-ρυθμικούς) ρυθμούς άγνωστους, αρμονίες που δεν γίνεται να υπάρξουν, συναισθηματικές γλώσσες που δεν μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν, εντάσεις αφύσικες. Μερικές φορές πιστεύεις ότι αποκλείεται άνθρωποι να έχουν συνθέσει αυτές τις διαδρομές και ότι αποκλείεται άνθρωποι να ανταποκριθούν σωματικά (–αυτός δεν είναι ο τελικός σκοπός της μουσικής;) σε αυτές τις νύξεις.

Η τελική αίσθηση των έργων τους δεν είναι πολύ διαφορετική από τη δημιουργική αμηχανία μπροστά στις εικόνες αφαιρετικής τέχνης, την οποία ο καθένας, φαντάζομαι, ανάγει σε σύντομη προσωπική ιστορία. Ιστορία που έρχεται να συμπληρώσει εκείνο το απεχθές κενό, το κενό μπροστά στον θάνατο που υποβάλλει η έλλειψη περιπέτειας· κενό το οποίο συνυπάρχει, ή ταυτίζεται, με την ανάγκη σωτηρίας από αυτό που είσαι, μισείς, αγαπάς, δεν αποφεύγεις, περισσότερο.

Κοιτάζω γύρω, καθώς, επιλέγοντας τυχαία, ακούω το Draft 7.30 (2003) των Autechre, και αναρωτιέμαι, πάλι, αν ο μοντερνισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από την απολύτως ανθρώπινη ανάγκη διαφυγής από την ανία του δεδομένου.

Και αν, έκτοτε (μετά το 2003, ας πούμε), η σταδιακή καταφυγή στα στοιχειώδη, τα δεδομένα, είναι ένα είδος ισορροπίας - ή μοντερνιστικής κόπωσης.

Πού είσαι;














"Εσύ στο κομμωτήριο και εγώ στο κοιμητήριο..."

(Also sprach Νάνση, τρελαμένη ηρωίς στο Πάντα Καλά, του Π. Μάτεση. Απόγευμα, καθώς περίμενα το τραίνο, ξανάνοιξα το βιβλίο ύστερα από χρόνια και όλα ξαναέγιναν τόσο, μα τόσο ελαφριά...)

Sunday, February 04, 2007























Το προσωπείο φοράμε, που ψεύδεται, χαμογελά,
Τα μάγουλα μας κρύβει και μας σκιάζει τη ματιά, –
Στον δόλο των ανθρώπων αυτή έχουμε την οφειλή·
Με καρδιά σχισμένη, χαμογελάμε, ενώ αιμορραγεί,
Και χείλη σε λεπτότατες χροιές, μυριάδες.

[Paul Lawrence Dunbar, We wear the mask (1896)/ Wolfgang Tillmans, Arnd, nude, sitting (1991)]