
Πρόκειται για το όνομα μιας περιοχής στις ΗΠΑ που περιλαμβάνει τη δυτική Ουάσιγκτον, το ανατολικό Όρεγκον, το βόρειο Άινταχο και τη δυτική Μοντάνα. Η λέξη inland σηματοδοτεί ότι η περιοχή ξεκινά 37 χλμ μακριά από τον ωκεανό, στην ενδοχώρα. Αν και στην ταινία υπάρχουν σαφείς αναφορές σε πόλεις της περιοχής αυτής, γεγονός είναι επίσης ότι η επιλογή του σκηνοθέτη να κεφαλαιογραφήσει τον τίτλο παραπέμπει και σε κάτι διαφορετικό.
Μια χολλυγουντιανή σταρ πρόκειται να παίξει στο ριμέικ μιας καταραμένης πολωνικής ταινίας (οι πρωταγωνιστές έχουν δολοφονηθεί)· ερωτεύεται τον συμπρωταγωνιστή της (παρανοεί)· μια οικογένεια ανθρωποειδών κουνελιών (από την τηλεοπτική σειρά
Rabbitsτου Λ) ζει ένα κάποιο δράμα και σε κάθε ατάκα τους ακούγονται off-γέλια σαν να πρόκειται για ξεκαρδιστικό sitcom (νοσηρό μέχρι τρόμου)· Πολωνίδες καλλονές πέφτουν θύματα σωματεμπορίου· κινήσεις σε ημισκότεινους διαδρόμους σαν σε εγκεφαλικούς λοβούς. Και ούτω καθεξής.
Η ταινία έρχεται ως ένα ακόμη παράδειγμα ονειρικής κινηματογράφησης, αναπτυσσόμενη δηλαδή πάνω στην ανύπαρκτη ή άλογη δομή των ονείρων. Παρουσιάζει μεταξύ άλλων τη συνέχεια της (υποσυνείδητης) ζωής προσώπων προηγούμενων ταινιών του Λ., με έναν τρόπο ζεστό και συγχρόνως ανατριχιαστικό. Με την εναλλαγή των σκηνών κατεβαίνεις σε έναν μακάβριο βυθό, τόσο αδικαιολόγητο όσο και ο όποιος εφιάλτης. Οι διάλογοι είναι ξεκάθαρα παρανοϊκοί (προκαλώντας τα εθιμοτυπικά νευρικά γέλια στην αίθουσα – ειρωνεία όμως: κανείς δεν συνειδητοποιεί ότι τα γέλια για την ταινία δεν διαφέρουν από τα γέλια για το σίτκομ με τα κουνέλια) και η μουσική, όπως πάντα, υπέροχη και ανησυχαστική.

Διαρκής εμμονή στην απώλεια ή την ανυπαρξία ταυτότητας, στη σύγχυση ως τρόπο ζωής. Γυναίκες ακολουθούν κατάρες, γυναίκες αγαπούν ή μισούν μην ξέροντας γιατί, γυναίκες χορεύουν γιατί ο χορός οδηγεί πέρα από την οδύνη, γυναίκες εκδίδονται ή πεθαίνουν στο πεζοδρόμιο χωρίς ταυτότητα.
Σκέφτηκα ότι το κέντρο όλης της ταινίας είναι η σκηνή με την Λώρα Ντερν αδρανή στην πολυθρόνα της. Ό,τι βλέπουμε είναι το νήμα των σκέψεων, των φαντασιών, των φοβιών της, καθώς εξαϋλώνεται μέσα στην πλήρη κόπωση του απογεύματος. Έτσι, ο τρόμος μπορεί να εναλλάσσεται με το αναπάντεχο χορευτικό των κοριτσιών που στεφανώνουν σαν φαντάσματα υγείας ή νιότης τη σκέψη της, και κάθε εικόνα, κάθε εξέλιξη, να ενώνεται στην ακατάστατη σειρά του (διαταραγμένου; –έχει όμως καμία σημασία;) μυαλού της.
Δυο μέρες μετά, δεν έχω ακόμα καταλάβει αν με συγκίνησε ή όχι η ταινία. Σε κάθε λεπτό της επανερχόμουν στο
Eraserhead και, όπως σε αυτό, η κύρια ανταπόκρισή μου ήταν κυρίως για τον βόμβο που λειτουργεί ως ηχητική υπόκρουση της (περι)πλοκής, για τον διαρκή βόμβο που αναγνωρίζω στους διαδρόμους του δικού μου υποσυνείδητου.
Υ.Γ.: Μια εκστατική έκπληξη ήλθε στην τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου όλα τα κορίτσια χορεύουν για τον Λ ηδονικά και ανακουφιστικά το
Sinnerman της Nina Simone, ανταλλάσσοντας χάδια, βλέμματα φιλίας. Κάπου εκεί, η κάμερα περνάει γρήγορα σε όλον τον χώρο, δείχνοντάς μας οικεία και ανοίκεια πρόσωπα και επιτρέποντάς μας μόνο επί ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, σε μια εσωτερική έκρηξη
σοκαριστικής αγάπης, να διακρίνουμε το αμυδρά φωτισμένο προφίλ της Ναστάζια Κίνσκι.