Thursday, November 15, 2007

C?


Egon Schiele, The Self Seer (1910-11)

Δεν είχα πάει ποτέ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Πέρα από τις όποιες κοινωνικές αντιρρήσεις, με απωθεί η κλινικά καθαρή παρουσίαση του όποιου έργου. Η έκθεση όμως ήταν πολύ καλή.

Καθώς πηγαινοερχόμουν επί ώρα από εδώ και από εκεί, αντιλήφθηκα ότι ένας πίνακας με κοιτούσε όπου και αν στεκόμουν. Δείχνει ένα είδωλο από καθρέφτη όπου ο Σίλε κοιτάζει τον εαυτό του, αγκαλιασμένος από ένα, δύο (;) φαντάσματα. Το χέρι του ζωγράφου (;) απλώνεται από το εξωτερικό προς τον πίνακα, και αυτός το αγκαλιάζει, άγνωστο με ποια διάθεση. Νομίζεις αρχικά ότι μπορεί το χέρι να είναι το δικό σου, αλλά όμως δεν είναι, κι έτσι καταργείται η ψευδαίσθηση και γίνεται ακόμη πιο έντονη η αίσθηση ότι δεν είσαι μέρος της κατάστασης, και αυτός ο Self Seer δεν είναι εσύ αλλά ένας Seer που για λίγο θα σε ακολουθεί παντού. Now, (Ambulance!), that’s what I call spooky

Ολοένα περισσότερο επιβεβαιώνω την ιδέα ότι: οι πίνακες σε βλέπουν (δεν τους βλέπεις), η μουσική σε ακούει, τα βιβλία σε διαβάζουν…

2 comments:

Anonymous said...

Με τα σκούρα χρώματα και τις ασυνήθιστες στάσεις των σωμάτων και ειδικά των χεριών που ζωγράφιζε, ο Ε.Σ. αποτύπωνε στον καμβά τη σκοτεινή και βασανισμένη επαφή που κατόρθωνε να έχει με τον πραγματικό κόσμο. Τη μόνη επαφή.

Αρχικά δημιουργούσε/αποτύπωνε εντυπώσεις και κατόπιν εξέφραζε όλα όσα τον τυραννούσαν. Εξ ου και το πέρασμά του από τον ιμπρεσιονισμό στον εξπρεσιονισμό, από όπου και το έργο του ποστ σου.

Η ασθένειά του (και η ιδιοσυγκρασία του, φυσικά) τον έκανε να βλέπει τον κόσμο με αγωνία -αγωνία είναι το συναίσθημα που νομίζω ότι εκφράζεται κατά κύριο λόγο στο έργο του- και αυτήν προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει ως σύμβολο και ως τελικό μήνυμα στα έργα του.
Ακόμα και τα προκλητικά γυμνά του, αν παρατηρήσεις, δεν είναι ερωτικά, είναι αγχωτικά και επώδυνα. Σε κάνουν να θέλεις να κλάψεις...

Στέκομαι με δέος απέναντι στο μεγαλείο του πίνακα. Θαυμάζω τη σύλληψη της έκφρασής του (ένα χέρι "μπαίνει" στο έργο κι αγγίζει το περιεχόμενό του -ένα χέρι εμποδίζει το περιεχόμενο του πίνακα να ορμήσει κατά πάνω μου). Νιώθω την απόσταση που ο ζωγράφος θέλει να επιβάλλει ανάμεσά μας (το χέρι δεν είναι δικό μου, δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν δικό μου, είναι το ορόσημο που χρησιμοποιεί ο Σ. για να με κρατήσει στη θέση μου και να παραμείνει προστατευμένος στην όποια δική του).

Καλέ μου y, νομίζω πως ο πίνακας δεν με φοβίζει ακριβώς. Με κάνει μάλλον να λυπάμαι για την ανθρώπινη μοίρα (αυτό ναι, με αφορά άμεσα), με μια βαθιά, βουβή λύπη που μόνο ζωγράφοι του μεγέθους του κατορθώνουν να προκαλέσουν στο κοινό τους.

Μου δημιουργεί μια κρύα ανατριχίλα (δεν είναι φόβος, είναι θλιμμένη συναίσθηση) και με καθηλώνει.
Μου κοινωνεί την ταραχή, την απόγνωση και τον κίνδυνο που αισθάνεται ο ζωγράφος, με κάνει να θέλω να σκύψω το κεφάλι και να κλείσω τα μάτια.
Δεν έχω δει ποτέ έκθεση του Σ.
Μακάρι κάποτε.

Anonymous said...

Όσο για το αν μας βλέπουν οι ζωγραφιές ή αν εμείς τις βλέπουμε, συμφωνώ με όσα λες -καμιά φορά αυτό που νομίζουμε πως ορίζουμε απλώς μας ορίζει.
Είναι κι αυτός ένας από τους γρίφους της Ανθρώπινης Φύσης.